Κώστας Βαρώτσος: Με ενδιαφέρει η εννοιολογική διάσταση του γυαλιού

Ο Κώστας Βαρώτσος είναι ένας καταξιωμένος καλλιτέχνης, που μέσα από τα εμβληματικά έργα του αναδεικνύει το γυαλί σε ισχυρό φορέα μνήμης, κίνησης και στοχασμού. Από τον φημισμένο «Ποιητή» στην Κύπρο και τον «Δρομέα» στο κέντρο της Αθήνας, έως την πρόσφατη «Κιβωτό Εθνικής Μνήμης», ένα έργο αφιερωμένο στους Έλληνες πεσόντες των νεότερων πολέμων, η τέχνη του φανερώνει τη δυναμική που κρύβει η διαφάνεια. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Κώστας Βαρώτσος μιλά για το γυαλί ως καλλιτεχνικό μέσο, τις τεχνικές προκλήσεις της δημιουργίας και τη βαθιά σχέση των έργων του με τον δημόσιο χώρο.
Συνέντευξη στην Αλεξία Καλογεροπούλου

Πείτε μας λίγα πράγματα για εσάς. Σπουδάσατε Αρχιτεκτονική, αλλά σας κέρδισε η γλυπτική;

Σπούδασα αρχικά ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών στη Ρώμη, μετά συνέχισα να σπουδάζω στην Ιταλία Αρχιτεκτονική και μετά πήγα με υποτροφία Fulbright στη Νέα Υόρκη, στο Urban Glass, ένα κέντρο ερευνών για το γυαλί και την πόλη. Εκεί είχα μια εξειδικευμένη, ερευνητική και καλλιτεχνική σχέση με το γυαλί και μου οργάνωσαν, μάλιστα, και μια μεγάλη έκθεση στο Μπρούκλιν.

Το γυαλί δεν προέκυψε ως ένα γοητευτικό, ενδιαφέρον ή εντυπωσιακό υλικό αλλά ως αποτέλεσμα μιας έρευνας που έκανα τότε μεταξύ του χώρου και του χρόνου. Από τα χρόνια του ‘70 είχα ήδη καταλάβει την αλλοίωση του χρόνου και του χώρου, λόγω της βιομηχανικής επανάστασης και είχα συνειδητοποιήσει τη συρρίκνωση του χώρου και τη διόγκωση της έννοιας του χρόνου, που δημιουργούσε μια ανισορροπία μεταξύ των δύο αυτών εννοιών που προσδιορίζουν τη ζωή. Άρχισα, λοιπόν, να αναζητώ τρόπους να διογκώσω την έννοια του χώρου και να βρω υλικά και αντικείμενα που θα με βοηθούσαν να έρθω κοντά στην έννοια της κενότητας, σε αυτόν τον χώρο, τον ατόφιο χώρο, και να φτιάξω ένα υλικό με αυτό. Ξεκίνησα να δουλεύω αλλεπαλληλότητες με διάφανα υλικά και κατέληξα στο γυαλί. Το πρώτο μου έργο με γυαλί είναι ο «Ποιητής», στην Κύπρο, γιατί το γυαλί με βοήθησε να εκφράσω αυτό που ήθελα, όταν έκανα το πορτραίτο του ποιητή. Άρχισα, δηλαδή, να γράφω σε ένα χαρτί τι είναι ο ποιητής: είναι διαφανής, είναι εύθραυστος, είναι επιθετικός, είναι αυτοκτονικός… και μετά αναρωτήθηκα ποιο είναι το υλικό που εκφράζει όλα αυτά τα στοιχεία, κατέληξα ότι είναι το γυαλί. Επομένως, ήρθα κοντά στο γυαλί από ανάγκη. Με ενδιέφερε η εννοιολογική διάσταση του γυαλιού. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνη του γυαλιού. Είμαι απλώς ένας καλλιτέχνης που χρησιμοποιεί το γυαλί, ανάλογα με τις ανάγκες που υπάρχουν κάθε φορά.

Υπήρξατε και καθηγητής στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σωστά;

Έγινα καθηγητής και είχα την εμπειρία της διδασκαλίας και της σχέσης με τους φοιτητές, με τους οποίους στήσαμε ένα μάθημα που ήταν βασισμένο πάνω στην έννοια της ενεργοποίησης των δημιουργικών διαδικασιών. Προσπαθούσα να ενεργοποιήσω τις δημιουργικές διεργασίες που καθορίζουν τον άνθρωπο και τους ίδιους τους φοιτητές, ανεξαρτήτως υλικού, και έστησα ένα εργαστήριο στο οποίο κάναμε πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά στην Αρχιτεκτονική, που μου έχει αφήσει και καλές αναμνήσεις. Γιατί το Πανεπιστήμιο δεν είναι μόνο καλές αναμνήσεις είναι και κακές. Στα Πανεπιστήμια, όπως και στην κοινωνία, υπάρχουν πολύ αξιόλογες προσωπικότητες, σοβαροί ερευνητές, οι οποίοι έχουν αφιερωθεί στην έρευνα, υπάρχουν όμως και κάποιοι καιροσκόποι, απατεώνες. Έχει όλα τα καλά και τα κακά της κοινωνίας.

Η Αρχιτεκτονική μού έδωσε τη δυνατότητα να δω, να εμβαθύνω και να εντάξω στη δουλειά μου την κοινωνική διάσταση της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Συνήθως οι καλλιτέχνες δουλεύουν σε ένα ατελιέ, κλεισμένοι μέσα, χωρίς να κοιτάνε έξω, τους απασχολούν οι ιδέες τους, οι σκέψεις τους, και μόλις βγαίνουν στον κόσμο έχουν μια αμηχανία, η σχέση τους με την κοινωνία είναι πάντα συγκρουσιακή. Μέσω της Αρχιτεκτονικής κατάλαβα τη σημασία της κοινωνικής υπόστασης της τέχνης, ότι εντάσσεται σε ένα κοινωνικό σύνολο, το οποίο εκφράζει.

Από τον «Ποιητή» και τον «Δρομέα» έως την «Κιβωτό Εθνικής Μνήμης» έχετε αναπτύξει μια μοναδική τεχνική με επάλληλα επίπεδα γυαλιού. Ποια είναι η πρόκληση κάθε φορά σε ένα τέτοιο έργο, τόσο τεχνικά όσο και καλλιτεχνικά;

Κοιτάξτε, η δουλειά μου είναι εξελικτική. Δεν έχω μια ιδέα τώρα κάνω μια τεχνική, έχω μια άλλη ιδέα κάνω μια άλλη τεχνική και ούτω καθεξής. Η δουλειά μου περνά μέσα από δρόμους ερευνητικούς, οι οποίοι έχουν ξεκινήσει πριν πολλά χρόνια και εξελίσσονται – και αυτό είναι πολύ επίπονο, διότι για να εξελίξεις έναν δρόμο πρέπει να εξελιχθείς πρώτα εσύ. Για παράδειγμα, η «Κιβωτός Εθνικής Μνήμης» που έγινε στο ΓΕΣ, στηρίζεται σε μια έρευνα που έχει ξεκινήσει από το 1995 και συνδέεται με την έννοια του λαβύρινθου, την οποία έχω δουλέψει πολλαπλώς για πολλά χρόνια και παρουσίασα στην Μπιενάλε της Βενετίας, εκπροσωπώντας την Ελλάδα το 1999, αλλά και σε διάφορα μουσεία στην Ευρώπη και την Αμερική. Δουλεύω, λοιπόν, τον λαβύρινθο ως θέμα για πολλά χρόνια, προσπαθώντας να το εξελίξω. Με την «Κιβωτό Εθνικής Μνήμης» νομίζω ότι έφτασε στην κορύφωσή του, αφού αυτό το έργο εμπεριέχει όλη την πείρα του παρελθόντος. Αν δεν είχα αυτήν την πείρα, δε θα μπορούσα να κάνω αυτό το έργο, το οποίο, τεχνικά, ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Δημιουργήθηκε με μια άνεση, επειδή πίσω του υπήρχε μια πείρα 30-40 χρόνων.

Το γυαλί, στο συγκεκριμένο έργο, λειτούργησε ως ένα μέσο έκφρασης, μνήμης και ταυτόχρονα ευθραυστότητας; Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς κάτι τέτοιο; Και με τον λαβύρινθο τι θέλατε να εκφράσετε;

Όταν ο κ. Δένδιας μού πρότεινε να κάνω ένα μνημείο για περίπου 121.000 πεσόντες, που ήταν οι νεκροί από όλους τους πολέμους της νεότερης Ελλάδας, δεν ήθελα να κάνω ένα ταφικό μνημείο ή ένα άγαλμα. Σκέφτηκα ότι το σημαντικό στοιχείο αυτής της υπόθεσης είναι οι ίδιοι οι νεκροί, οι ίδιοι οι πεσόντες. Οπότε έπρεπε οι πεσόντες να γίνουν το υλικό για να κάνω το μνημείο. Και πώς θα ήταν οι πεσόντες παρόντες ως υλικό; Βρίσκοντας έναν τρόπο να αιωρούνται γύρω μας. Και πώς θα αιωρηθούν γύρω μας; Έχοντας ένα γυαλί με το όνομά τους, το οποίο το κοιτάς και αιωρείται. Σε αυτή την αιώρηση ήρθε η ιδέα του λαβύρινθου, η σκέψη ότι αυτό το έργο μπορεί και πρέπει να είναι διαδραστικό, να μπορείς να μπαίνεις μέσα και να έχεις τη δυνατότητα να περπατήσεις, να δεις και να είσαι περικυκλωμένος πια από τα ονόματα των πεσόντων. Άρα, δηλαδή, να νιώθεις την παρουσία τους. Επομένως, τα ονόματα είναι αυτά που κάνουν το μνημείο. Δεν είμαι εγώ που κάνω το μνημείο.

Ο επισκέπτης έχει την αίσθηση της παρουσίας των πεσόντων, στον παρόντα χρόνο, και όλη αυτή η εμπειρία με το μνημείο γίνεται και καθαρτική. Βγαίνει ένας άλλος άνθρωπος από τον λαβύρινθο, με ένα μήνυμα ξεκάθαρο που αποτελεί το ζητούμενο σήμερα, και δεν είναι άλλο από την ειρήνη. Και ποιος μπορεί να μιλήσει καλύτερα για ειρήνη σήμερα; Μα, ο στρατός, που ξέρει πολύ καλά τι είναι ο πόλεμος. Το μήνυμα που στέλνει αυτό το μνημείο είναι «ποτέ πια πόλεμος». Αυτές τις σκέψεις είχα στο μυαλό μου όταν δημιουργούσα το συγκεκριμένο αυτό έργο. Πώς θα μεταφέρω ένα μήνυμα ειρήνης και όχι ένα μήνυμα ηρωικό, υπέρ του πολέμου, υπέρ της μάχης, όλα αυτά τα πράγματα που σε σπρώχνουν ηδονικά στον πόλεμο. Γιατί όλοι αυτοί οι πεσόντες είχαν μανάδες, πατεράδες, αδερφούς και τους άφησαν πίσω, ήταν 121.000 τραγωδίες, δεν ήταν μια χαρούμενη υπόθεση. Είναι πολύ λυπηρό ότι χάθηκαν αυτές οι ψυχές.

Τι συμβολίζει για εσάς ο λαβύρινθος και γιατί επανέρχεται τόσα χρόνια στη σκέψη σας και στην τέχνη σας;

Ο λαβύρινθος έχει πολλές σημασίες και συμβολικές και μυθικές. Δεν είναι μία κατάσταση, είναι ένα μήνυμα από μόνος του. Αυτό που με ενδιέφερε στον λαβύρινθο, στον διαφανή λαβύρινθο, είναι τα στεγανά που δημιουργεί, όπου έχεις τη δυνατότητα να δεις μέσα αλλά δεν μπορείς να μπεις μέσα. Το πρόβλημα στον λαβύρινθο είναι η κλωστή που πρέπει να αφήσεις πίσω σου για να μη χαθείς. Και ο δρόμος, η έξοδος από τον λαβύρινθο έχει μια μυθική λειτουργία που μοιάζει με τη ζωή. Το πρόβλημα είναι όταν μπεις σε έναν λαβύρινθο είσαι ήδη σε μια παγίδα και αυτό που σκέφτεσαι είναι πώς θα βγω, μην μείνω μέσα, μην παγιδευτώ.  Όταν έκανα την «Κιβωτό Εθνικής Μνήμης» θεώρησα εξαιρετική ιδέα να χρησιμοποιήσω τον λαβύρινθο, γιατί συμπύκνωνε όλα αυτά που θα ήθελα να πω για το μνημείο.

Κλείνοντας τη συνέντευξή μας, θα ήθελα να σας ρωτήσω σχετικά με το γυαλί ως υλικό αλλά και τις νέες τεχνολογίες που αναδύονται γύρω από αυτό. Τις χρησιμοποιείτε, επηρεάζουν το έργο σας οι νέες τεχνολογίες του γυαλιού;

Στο συγκεκριμένο έργο, στην «Κιβωτό Εθνικής Μνήμης», χρησιμοποίησα εξελιγμένη τεχνολογία, πολύ χοντρό γυαλί, 2 πόντους. Τα ονόματα έχουν γραφεί με κεραμική σκόνη, η οποία ψήνεται μαζί με το γυαλί και εντάσσεται στην υλικότητά του. Η τεχνολογία στο γυαλί έχει εξελιχθεί τρομερά πια, το γυαλί έχει γίνει ένα κατεξοχήν δομικό στοιχείο στην αρχιτεκτονική, που δίνει τρελές δυνατότητες δημιουργίας. Το ατελιέ μου στην Αίγινα δεν έχει τοίχους, είναι διαφανές. Γιατί ήμουν μέσα στη φύση και ήθελα η φύση να έρθει μέσα στο σπίτι μου. Ήθελα να έχω μια άμεση πρόσβαση στη θέα χωρίς κανένα εμπόδιο. Και το γυαλί μού έδωσε αυτή τη δυνατότητα, ενώ παράλληλα με προστατεύει από τον ήλιο, από το κρύο, από ανεπιθύμητους ήχους. Είναι εντυπωσιακά τα άλματα που έχουν γίνει, και αν το σκεφτεί κανείς, το γυαλί δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ορυκτό. Είναι ψημένη άμμος. Είναι ένα υλικό που, αν ένας αρχιτέκτονας το χειριστεί με προσοχή και σεβασμό, μπορεί να κάνει αριστουργήματα – και έχουν ήδη γίνει αριστουργήματα.

Γιάννης Τσούμος,
MEng, MSc, MBA Business Operations Manager Υαλοδομή

Ο Γιάννης Τσούμος μεγάλωσε στην Αθήνα και είναι Βusiness Operator στην εταιρεία Υαλοδομή Μαυρόπουλος. Εναλλακτικά θα μπορούσε να εξερευνά τη φύση. Σπούδασε Μηχανολόγος Μηχανικός και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στα ρομποτικά συστήματα και μετέπειτα Biomedical Engineering στο Imperial College. Ένιωθε όμως ότι το μυαλουδάκι του δεν έχει γεμίσει ακόμα, οπότε έκανε MBA στο Alba και Business Strategic management στο MIT Sloan School. Μετά από όλα αυτά γνώρισε τον έρωτα με το γυαλί και παραμένει πιστός. Του αρέσει συνεχώς να εφευρίσκει και να εφαρμόζει καινούργιες ιδέες, ενώ τη γαλήνη του τη βρίσκει στα βουνά.